|
Λένε ότι… «ο φροντιστής είναι η μάνα της ομάδας». Ο Γιάννης Τσάκαλος για περίπου 40 χρόνια υπηρέτησε τον Ηρακλή από αυτό το πόστο. Ο… πατέρας. Ακόμη και σήμερα, έτσι τον φωνάζουν όλοι. Πατέρας… Ενσωματώθηκε στην οικογένεια του Ηρακλή το 1970 και όλα αυτά τα χρόνια αποτέλεσε αναπόσπαστο κομμάτι της ομάδας. Οσοι τον γνωρίζουν καλά λένε ότι… «αν θέλετε να ζηλέψετε κάποιον παίκτη του Ηρακλή, αυτός είναι ο φροντιστής». Και επειδή 40 χρόνια σημαίνουν πολλές αναμνήσεις, η BLUEARENA προσπάθησε με την βοήθεια του «πατέρα» να κάνει ένα ταξίδι. 
Γυρνάμε τον χρόνο πίσω. Σταματάμε στις 9 Ιουνίου, ημέρα Τετάρτη του 1976. Ο Ηρακλής παίρνει το Κύπελλο σε έναν από τους συγκλονιστικότερους τελικούς στην ιστορία. «Η μεγαλύτερη ευχαρίστησή μου είναι αυτός ο αγώνας. Ο Βασίλης Χατζηπαναγής να κάνει ότι θέλει μέσα στο γήπεδο». Ο κυρ-Γιάννης ακόμη θυμάται τον χαμό που ακολούθησε μετά το τέλος του παιχνιδιού. «Πρώτη φορά είχαμε αγοράσει 16-18 φόρμες γνωστής αθλητικής εταιρείας ιματισμού. Μετά τον αγώνα, τις πήρα αγκαλιά για να πάω στα αποδυτήρια αλλά πριν προλάβω είχαν πέσει πάνω μου οι φίλαθλοι και μου τις τραβούσαν. Το λέω, φωνάζοντας, στον Ατματζίδη, τον πρόεδρο. Αυτός γυρίζει και μου λέει: «Ρε, Κύπελλο πήραμε, δώστα όλα». Φθάνοντας στα αποδυτήρια μου ζητάει ο Ζόραν Αντονίεβιτς τη φόρμα του γιατί μέσα στην τσέπη είχε το ρολόι του. Μόνο που οι φόρμες που είχαν μοιραστεί νωρίτερα στους φιλάθλους είχαν μέσα, φυσικά, και το ρολόι του Αντονίεβιτς. Ακούγοντας τη συζήτηση ο Ατματζίδης λέει στο Ζόραν. «Ρε, κύπελλο πήραμε. Αύριο θα σου πάρω άλλο ρολόι». 
Τα αντίθετα συναισθήματα τον κατακλύζουν –όπως και τους πάντες στον Ηρακλή- το 1987. Ο χαμένος τελικός στο ΟΑΚΑ. Ο κόσμος της ομάδας δίνει τρομερό παρών, ο τίτλος όμως χάνεται.
Θυμάται το κλίμα της εποχής: «Ο Ηρακλής ήταν το απόλυτο φαβορί. Οι φίλαθλοι του ΟΦΗ μου έλεγαν χαρακτηριστικά: «Με σας ήταν να πέσουμε; Θα μας ξεφτιλίσετε. Είχαμε τόσο κόσμο…»
Ο ίδιος έχει γνωρίσει πολλούς προπονητές αλλά ξεχωρίζει με διαφορά τον Αγκνε Σίμονσον. «Ήταν ο απόλυτος προπονητής. Ήταν μεγάλος καθηγητής. Δούλευε πολύ. Αν χρειαζόταν εξηγούσε στον κάθε παίκτη γιατί τον άφηνε στον πάγκο. Σπουδαία μορφή ο Σίμονσον».
Αν και από την ομάδα πέρασαν πολλοί παίκτες με προσωπικότητα, ηγετικό χαρακτήρα και σπουδαίο ταλέντο, εκείνος που τα συνδύαζε άψογα όλα, σύμφωνα με τον Γιάννη Τσάκαλο, ήταν ο Κώστας Αιδϊνίου. «Ήταν αρχηγός! Πήγαινε στο διαιτητή και ο διαιτητής δεν είχε το κουράγιο να του βγάλει κάρτα. Ήξερε να μιλήσει, να ζητήσει, να διεκδικήσει». Θυμάται ένα περιστατικό στην Πάτρα που επιβεβαιώνει πλήρως τους ισχυρισμούς του για τον Αϊδινίου: «Είχαμε κατέβει στην Πάτρα για να παίξουμε. Κατά τη διάρκεια του αγώνα μπήκαν στα αποδυτήρια και μας έκλεψαν. Όταν μετά αντιληφθήκαμε ότι λείπουν χρήματα, καλέσαμε την αστυνομία. Απευθυνόμενος στον διοικητή της αστυνομίας ο Αϊδίνου θα πει: «Εδώ έγινε κλοπή, αποκλείεται να είναι φίλαθλοι. Αν δεν έρθουν τα λεφτά εδώ , δεν υπάρχει περίπτωση να φύγουμε».
Χρειάστηκε να πάρει την απόλυτη διαβεβαίωση του διευθυντή ότι… «τα λεφτά θα σταλούν στο σωματείο του Ηρακλή» για να αποχωρήσουμε». Και συνεχίζει: «Επειδή όμως ο αρχηγός φαίνεται κυρίως μέσα στο γήπεδο, όταν ήταν να παίξουν παιχνίδια κομβικής σημασίας ο Αϊδινίου έμπαινε στα αποδυτήρια και έλεγε στους συμπαίκτες του:«Μάγκες αυτό το παιχνίδι πρέπει να το κερδίσουμε» και όλοι μέσα στον αγωνιστικό χώρο μεταμορφώνονταν». 
Αν ο Κώστας Αϊδινίου ήταν ο απόλυτος αρχηγός, ο Βασίλης Χατζηπαναγής ήταν ο βασιλιάς του ποδοσφαίρου. Κάποτε ο προπονητής του στην Παχτακόρ θα του πει: «Όποιος θελήσει να σου κόψει την τρίπλα είναι και εχθρός σου. Όλη η δύναμη και η τέχνη σου είναι στα πόδια σου. Αυτό να το θυμάσαι καλά». Συζητάμε με τον «πατέρα» για το φαινόμενο Βάσια. Δηλώνει: «Τέτοιοι παίκτες δεν ξαναβγαίνουν ούτε σε 200 χρόνια. Δεν υπάρχουν λόγια για τον Χατζηπαναγή». 
Πέρα από το ταλέντο του ο Τσάκαλος θυμάται και ένα ευτράπελο που αφορούσε τον Βάσια και τον είχε στεναχωρήσει: «Ο Βασίλης φορούσε τότε ένα πανάκριβο δαχτυλίδι που είχε συναισθηματική αξία για τον ίδιο. Σε έναν αγώνα ξέχασε να το αφήσει στα αποδυτήρια και πριν μπει στον αγωνιστικό χώρο θα το εμπιστευτεί στον συμπαίκτη του Παναγιώτη Μαυρίδη. Κάποια στιγμή όμως ο Μαυρίδης θα περάσει στο παιχνίδι και θα μου δώσει να κρατήσω το δαχτυλίδι. Το κρατούσα σφιχτά σε όλη τη διάρκεια του αγώνα. Μετά το τέλος του παιχνιδιού, όπως διπλώνω τα ρούχα και τα βάζω στον σάκο, μου πέφτει το δαχτυλίδι μέσα χωρίς να το αντιληφθώ και ο σάκος μπαίνει στο πούλμαν. Όταν μου το ζήτησε αργότερα ο Βασίλης δεν πίστευα ότι το έχασα. Από την στεναχώρια μου δεν μιλούσα σε κανέναν. Ο Βασίλης αν και ήταν και ο ίδιος στεναχωρημένος παρέμενε ήρεμος και μου έλεγε. «Μην στεναχωριέσαι, το μόνο που θέλω είναι να μην το μάθει η μάνα μου». Αυτός ήταν ο Χατζηπαναγής! Στη συνέχεια όταν έβγαλα τα ρούχα από το σάκο, δεν πίστευα ότι το έβλεπα μπροστά μου. Ανακουφίστηκα και εγώ και ο Βασίλης».
Ο κυρ-Γιάννης πλέκει το εγκώμιο του Νορβηγού, Τόμας Ζούντμπι, γελάει ενθυμούμενος το φανελάκι που είχε σαν γούρι του ο Νίκος Αλέφαντος και υποκλίνεται στον ροκά Σάββα Κωφίδη, ενώ δεν αποκαλύπτει το μυστικό για το υπέροχο τσάι που έκανε ο «πατέρας» και μοίραζε στους πάντες στα αποδυτήρια… 
Ιστορίες, θύμησες, συναισθήματα… Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς και τι να πρωτοπεί έχοντας μπροστά του έναν άνθρωπο που έζησε, τόσα χρόνια, στην καρδιά του Ηρακλή: «Η αλήθεια είναι ότι είναι πάρα πολλά. Τόσες αναμνήσεις…» Σαράντα χρόνια… μητρότητας του ποδοσφαιρικού Ηρακλή ήταν αυτά! Δεν ήταν και λίγο πράγμα...
|
Σχολιάστε αυτό το άρθρο